Σελίδες


Τρίτη 6 Μαΐου 2014

ΣΑΡΠΗΔΟΝΑΣ - ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ ΠΟΥ Η ΚΗΔΕΙΑ ΤΟΥ ΕΓΙΝΕ ΑΓΓΕΙΟ ΚΑΙ Ο ΚΑΒΑΦΗΣ ΕΓΡΑΨΕ ΠΟΙΗΜΑ

ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ Ο ΣΑΡΠΗΔΟΝΑΣ 
 Γιος του Δία και της Λαοδάμειας, που σκοτώθηκε από τον Πάτροκλο στον Τρωικό Πόλεμο. Κατά την περιγραφή που δίνει η Ιλιάδα, βλέποντας ο Σαρπηδόνας τον Πάτροκλο να σκοτώνει πολλούς γενναίους Τρώες, πρόσταξε τους δικούς του πολεμιστές να σταθούν. Αποφάσισε να μονομαχήσει μαζί του, οπότε πήδηξε κάτω από το άρμα του. Τον είδε και ο Πάτροκλος και κατέβηκε και αυτός από το δικό του. Ο Δίας, που τους έβλεπε από ψηλά, καρδιοχτύπησε για τον γιο του, τον Σαρπηδόνα, και σκεφτόταν πώς να τον γλιτώσει. Η σύζυγός του, η Ήρα, τον άκουσε να κλαίγεται, αλλά δεν τον παρότρυνε να σώσει τον γιο του. Αντιθέτως, του θύμισε ότι πολλών θεών οι γιοι πολεμούσαν στην Τροία και ορισμένοι από αυτούς είχαν ήδη σκοτωθεί. Αν ο Δίας γλίτωνε τον Σαρπηδόνα, τότε και άλλοι θεοί θα ήθελαν να σώσουν τους δικούς τους γιους. Για τον λόγο αυτό, έπρεπε να αφήσει τον Πάτροκλο να τον σκοτώσει, αν αυτή ήταν η μοίρα του. Ο Δίας με βαριά καρδιά συμφώνησε, και έβρεξε ματωμένες σταγόνες βροχής στον κάμπο της Τροίας για να τιμήσει τον θάνατο του γιου του. Πρώτος έριξε το ακόντιό του ο Πάτροκλος και κάρφωσε τον υπασπιστή του Σαρπηδόνα. Μετά έριξε ο Σαρπηδόνας και πέτυχε ένα από τα άλογα που ήταν ζευμένα στο άρμα του Αχιλλέα (το οποίο είχε πάρει ο Πάτροκλος). Τότε όρμησαν κι οι δυο ο ένας πάνω στον άλλο. Ο Σαρπηδόνας αστόχησε και πάλι, ο Πάτροκλος όμως τον κτύπησε στο στήθος. Ο Σαρπηδόνας, πριν ξεψυχήσει, είπε στον εξάδελφο και φίλο του Γλαύκο να πάρει τη θέση του στη μάχη και να αποτρέψει τους Έλληνες από το να τον «σκυλεύσουν», δηλαδή να του πάρουν την αρματωσιά. Ο Γλαύκος, επειδή ήταν κι αυτός πληγωμένος, παρακάλεσε τους θεούς να τον θεραπεύσουν. Ο Απόλλων τον άκουσε και τον έκανε καλά. Τότε ο Γλαύκος συγκέντρωσε τους ήρωες της Τροίας και τους ζήτησε να δώσουν μάχη για το πτώμα του Σαρπηδόνα, όπως και έγινε. Ο Πάτροκλος κάλεσε κι εκείνος σε βοήθεια Έλληνες ήρωες: πρώτοι ήρθαν οι δύο Αίαντες. Και άρχισε η μάχη γύρω από το κουφάρι του νεκρού ήρωα. Ο Δίας το τύλιξε στο σκοτάδι. Η έκβαση ήταν υπέρ των Ελλήνων, καθώς ο Έκτορας δείλιασε προς στιγμή και υπεχώρησε. Τότε οι Έλληνες έβγαλαν την πανοπλία του Σαρπηδόνα και ο Πάτροκλος διέταξε να τη μεταφέρουν στο πλοίο. Μετά ο Δίας φώναξε τον Απόλλωνα και του είπε να πάρει το σώμα του Σαρπηδόνα, να το πλύνει από τη σκόνη και το αίμα, να το αλείψει με μυρωμένο λάδι και να το ντύσει με πολύτιμα υφάσματα, όπως και έγινε. Στη συνέχεια, οι δύο αδελφοί, ο θεός Ύπνος και ο θεός Θάνατος, μετέφεραν το πτώμα στη Λυκία, όπου το έθαψαν με μεγάλες τιμές τα αδέλφια του και οι φίλοι του. Ο Πάτροκλος συνέχισε να κυνηγά τους Τρώες προς τα τείχη, πράγμα που έμελλε να του στοιχίσει τη ζωή αργότερα την ίδια εκείνη ημέρα..

 http://www.kavafis.gr/images/header-logo-3.jpg

 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΒΑΦΗ

Η Κηδεία του Σαρπηδόνος Αποκηρυγμένα
Είν’ η καρδία του Διός πλήρης οδύνης.
Ο Πάτροκλος εφόνευσε τον Σαρπηδόνα.

Βουλήν της μοίρας εσεβάσθη ο Θεός.
Aλλ’ ο πατήρ θρηνεί την δυστυχίαν του.

Του Μενοιτίου ο υιός ανίκητος,
οι Aχαιοί ως λέοντες βρυχώμενοι,
ζητούσι τον νεκρόν ν’ αρπάξουν, και βοράν

εις κόρακας κ’ εις κύνας να τον ρίψωσιν.

Aλλά ο Ζευς δεν στέργει την ταπείνωσιν.
Του προσφιλούς και τιμημένου του υιού
το σώμα δεν θ’ αφίση να υβρίσωσιν.

Ιδού από το άρμα του κατέρχεται
επί της γης ο Φοίβος, δία εντολή.
Του Σαρπηδόνος τον νεκρόν αι θεϊκαί
χείρες του σώζουσι, και εις τον ποταμόν
τον φέρουσι και ευλαβώς τον νίπτουσι.
Πλύνετ’ η κόνις και το αίμα το πηκτόν,
και του δικαίου του ανδρείου ήρωος
η φυσιογνωμία αναφαίνεται.
Της αμβροσίας χύνει τα αρώματα
επί του πτώματος ο Φοίβος δαψιλώς
και το περικαλύπτει με Ολύμπια,
αθάνατα φορέματα. Του στήθους του
κλείει την χαίνουσαν πληγήν. Σχηματισμόν
ήρεμον κ’ εύχαριν δίδ’ εις τα μέλη του.
Το δέρμα του λαμπρύνεται. Κτεις φωτερά
την κόμην του κτενίζει, κόμην άφθονον
και μέλαιναν, ην έτι δεν ητίμασε
λευκή της θριξ.
                        Ως νέος φαίνετ’ αθλητής
αναπαυόμενος — ως νέος εραστής
ονειρευόμενος χαράν και έρωτας
με κυανά πτερά και με ουράνια
τόξα — ως νέος και ευδαίμων σύζυγος,
εν πάσι του τοις συνηλίκοις τυχηρός,
καλήν κερδίσας νύμφην και ανάεδνον.

Την εντολήν του περατώσας ο Θεός,
τον Ύπνον και τον Θάνατον, τους αδελφούς,
καλεί, και διατάττει εις την εκτενή
Λυκίαν να μεταφερθή ο Σαρπηδών.

Ως εν αγκάλαις πατρικαίς και τρυφεραίς
τον έλαβον ο Ύπνος και ο Θάνατος
με λύπην και αγάπην και με προσοχήν
μη του νεκρού προσώπου διαταραχθή
η σοβαρά γαλήνη, μη του ανδρικού
σώματος η μεγαλοπρέπεια βλαβή.

Οι Λύκιοι βαθέως προσεκύνησαν
της φοβεράς αναισθησίας τους Θεούς,
και τον καλόν των άνακτα παρέλαβον
νεκρόν το πνεύμα, αλλά την μορφήν λαμπρόν,
ακμαίον, και ευώδη, και γαλήνιον.

Μνημείον τω ανήγειραν μαρμάρινον,
κ’ επί της βάσεώς του με αναγλυφάς
έμπειροι γλύπται εξιστόρησαν τας νίκας
του ήρωος και τας πολλάς του εκστρατείας.
(Από τα Αποκηρυγμένα, Ίκαρος 1983)
--------------------------------

ΚΑΛΥΚΟΕΙΔΗΣ ΚΡΑΤΗΡΑΣ ΤΟΥ ΑΓΓΕΙΟΓΡΑΦΟΥ ΕΥΦΡΟΝΙΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΣΑΡΠΗΔΟΝΑ

(TI EINAI O : Καλυκόσχημος ή καλυκοειδής κρατήρας

Η ονομασία του αγγείου είναι σύγχρονη και οφείλεται στο σχήμα του σώματος. Έχει το
σχήμα κάλυκα λουλουδιού και αποτελείται από δύο μέρη, από τα οποία το κατώτερο είναι κυρτό, ενώ το ανώτερο είναι ελαφρώς κοίλο. Δεν έχει ώμο. Έχει αρκετά ψηλό πόδι σε δύο βαθμίδες. Οι λαβές είναι τοποθετημένες στην κορυφή του κατώτερου τμήματος και καμπυλώνουν προς τα πάνω. )
ύψος 45,8 εκ. διάμετρος 55,1 εκ. 515-510 π.Χ. New York, Metropolitan Museum 1972.11.10 (Πηγή: Vikipaideia)
Ο Ύπνος και ο αδερφός του ο Θάνατος μεταφέρουν το σώμα του νεκρού Σαρπηδόνα. Και οι δύο παριστάνονται με πανοπλία και φτερά. Στο κέντρο της σκηνής ο Ερμής. Δύο πολεμιστές βρίσκονται στα άκρα της σύνθεσης. Αριστερά ο Λαοδάμας, δεξιά ο Ιππόλυτος.
Και στις δύο όψεις του αγγείου η επιγραφή: ΛΕΑΓΡΟΣ ΚΑΛΟΣ.



 Η β'  πλευρά του αγγείου (από τη Vikipaideia) εικονίζει πέντε οπλίτες (στη φωτογραφία οι τέσσερις και στην άκρη δεξιά το δόρυ του πέμπτου). Είναι ο Υπέροχος, ο Ίππασος, ο Μέδων, ο Άκαστος και ο Άξιππος. Ίσως να είναι Τρώες στρατιώτες που ετοιμάζονται να εκδικηθούν για το θάνατο του Σαρπηδόνα.