Τρίτη, 9 Νοεμβρίου 2010

Τί είναι ο αγλέουρας; (Έφαγε τον αγλέουρα)-Τί είναι η μπέμπελη; (Έβγαλε την μπέμπελη)- Πέθανε στην ψάθα

Τί είναι η μπέμπελη; (Έβγαλε την μπέμπελη)


Ιλαρά (μπέμπελη)Μπέμπελη, είναι η ιλαρά (μεταδοτική, εξανθηματική νόσος). Η λέξη είναι σλαβικής προέλευσης (pepeli=στάχτη).

Η φράση «έβγαλε την μπέμπελη», σημαίνει ότι κάποιος ζεσταίνεται και ιδρώνει υπερβολικά.

Ο συσχετισμός της ζέστης με την ιλαρά, προκύπτει από την πρακτική ιατρική, σύμφωνα με την οποία, κάποιος που νοσεί από ιλαρά θα πρέπει να ντύνεται βαριά, έτσι ώστε να ζεσταθεί και να ιδρώσει και να «βγάλει» ή να «χύσει» έτσι από πάνω την αρρώστια (δηλαδή την μπέμπελη).

Πέθανε στην ψάθα

Αν και το Βυζάντιο στην εποχή του ήταν η πλουσιότερη χώρα του κόσμου, τα πλούτη του αυτά τα νέμονταν ορισμένοι άρχοντες μονάχα. Ο λαός υπέφερε σε αφάνταστο βαθμό κι είναι γνωστό ότι η «βασιλίδα» των πόλεων -η Κωνσταντινούπολη- είχε πολλές συνοικίες, που οι κάτοικοί τους ζούσαν από τα αποφάγια των αρχόντων.

Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους αυτούς δε φορούσαν ρούχα -επειδή δεν είχαν- αλλά μερικά παλιοκούρελα, που σκέπαζαν το γυμνό τους σώμα. Τα σπίτια τους ήταν αληθινές τρώγλες κι όταν τύχαινε να πέσει καμιά επιδημία, πέθαιναν εκατοντάδες άνθρωποι την ημέρα χωρίς βοήθεια. Η χειρότερη συνοικία της Κωνσταντινούπολης ήταν η Μπάρα, που την κατοικούσαν αποκλειστικά εταίρες και άποροι. Οι τελευταίοι δεν είχαν δει στη ζωή τους κρεβάτι και κοιμόντουσαν πάνω σε ψάθες, που τις έφτιαχναν οι ίδιοι. Γι’ αυτό το πράγμα έχουν διασωθεί πολλές μαρτυρίες. Ο Θεόδωρος ο Πρόδρομος π.χ. στα ποιήματά του, λέει ότι ο ηγούμενος τού είπε:

«Αυτός έχει καν τέσσαpα κρεβατοστρώσια
και συ κοιμάσαι εις το ψαθίν και γέμεις και τας φθείρας».

Ο Πολυδεύκης στο «Ονομαστικόν» του γράφει: «Τοις οικέταις εν κοιτώνι αναγκαία σκεύη χαμεύνια και ψίαθοι και φορμοί», ο δε Φρύνιχος: «Χαυμένιον Αττικοί,
ψίαθος Έλληνες».

Γι’ αυτό και σήμερα, όταν πεθαίνει κανείς πολύ φτωχός, λέμε: «Αυτός πέθανε στην ψάθα…».

Τί είναι ο αγλέουρας; (Έφαγε τον αγλέουρα)


Αγλέουρας (ελλέβορος ο κυκλόφυλλος)Ο αγλέουρας (συναντάται και ως «αγλέορας», «αγκλέορας» και «αγκλέουρας») είναι δηλητηριώδες φυτό και ετυμολογικά αποτελεί παραφθορά τού αρχαιοελληνικού «ελλέβορος» (ελλέβορος => ελλέβορας => αλλέβουρας => αλλέουρας => αγλέουρας) που αποτελεί και την επιστημονική του ονομασία (στην καθομιλουμένη λέγεται «γαλατσίδα», ενώ άλλες κοινές ονομασίες του είναι «σκάρφι», «κάρπη», «καρπί» κ.ά). Από τα ένδεκα είδη ελλέβορου που υπάρχουν σε όλη την Ευρώπη, στην Ελλάδα φυτρώνει μόνο ο «ελλέβορος ο κυκλόφυλλος» (Helleborus cyclophyllus). Τον βρίσκουμε στα ξέφωτα των ορεινών δασών, τα άνθη του έχουν χρώμα ανοιχτό κιτρινοπράσινο και εμφανίζονται νωρίς την άνοιξη, μετά το λιώσιμο των χιονιών. Ο ελλέβορος είναι φυτό ποώδες και πολυετές, έχει ελάχιστα φύλλα, αλλά βγάζει ωραιότατα λουλούδια.

Όπως τα περισσότερα δηλητήρια, χρησιμοποιείται για θεραπευτικούς σκοπούς, αν και σήμερα έχει περιορισμένη χρήση. Το έδιναν οι πρακτικοί γιατροί (σε σκόνη ή επίθεμα) για δερματικές παθήσεις, επιληψία, μελαγχολία και για…μανιακές καταστάσεις. Τη χρήση του για τις τελευταίες αυτές περιπτώσεις, την είχαν επινοήσει και οι αρχαίοι Έλληνες. Λένε μάλιστα, πως ο ποιμένας και μάντης Μελάμπους (Μαυροπόδης) παρατήρησε ότι οι κατσίκες του, που έτρωγαν από αυτό το φυτό, γινόντουσαν πολύ ήσυχες. Το περίεργο σ’ αυτήν την ιστορία είναι, πως ο Μελάμπους τόλμησε να χρησιμοποιήσει το φυτό και στην κόρη του Πρωτέα, που έπασχε από μανία αθεράπευτη και το αποτέλεσμα ήταν να γίνει καλά. Από τότε, μάλιστα, έμεινε στους αρχαίους η φράση: «δείται ελλεβόρoυ», δηλαδή κάτι παρόμοιο με το δικό μας: «είναι για δέσιμο». Με το φυτό αυτό, σύμφωνα με τον μύθο, ο Μελάμπους θεράπευσε και τις κόρες του βασιλιά του Άργους Προίτου (Προιτίδες), που είχαν πάθει παράκρουση και νόμιζαν πως ήταν αγελάδες (μοσχίδες) και στη συνέχεια πήρε για σύντροφό του μια από αυτές. Oι πηγές μάς πληροφορούν ότι οι αρχαίοι ρήτορες έτρωγαν μικρές ποσότητες του φυτού για την τόνωση της μνήμης τους κατά τη διάρκεια της ομιλίας τους, εξ ου και η έκφραση «ελλεβορίζειν».

Ο ελλέβορος έχει πικρή και στυφή γεύση, ενώ και μόνο η οσμή του μπορεί να προκαλέσει ναυτία και δυσφορία. Σε μεγάλη δόση προκαλεί εμετό, διάρροια, πόνους στα πεπτικά όργανα, παράλυση και τελικά τον θάνατο.

Η παροιμιώδης έκφραση «έφαγε τον αγλέουρα», πιστεύεται ότι προέκυψε λόγω της σχετικής δυσφορίας που προκαλείται μετά από την υπερβολική κατανάλωση φαγητού, παρόμοιας δηλαδή μ’ αυτής που προκαλείται απ’ την χρήση του αγλέουρα. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ο συσχετισμός αυτός προέρχεται από την συνήθεια των Βυζαντινών να κάνουν χρήση του αγλέουρα για να προκαλέσουν εμετό και να ξαλαφρώσουν το στομάχι από το πολύ φαγητό.